Μα καλά, διασκεδάζουν στην Πινακοθήκη τα παιδιά, μαμά;

Μα καλά, διασκεδάζουν στην Πινακοθήκη τα παιδιά, μαμά;

 

“Μα καλά διασκεδάζουν στην Πινακοθήκη τα παιδιά, μαμά;” με ρώτησαν ο γιος μου και η κόρη μου, όταν με χαρά τους ανακοίνωσα πως είχα εισιτήρια για μια επίσκεψη στην Εθνική Πινακοθήκη. Η ερώτηση επανερχόταν σε μένα, για δεύτερη φορά, με άλλες λέξεις, αλλά ίδιο νόημα· τι μας χρειάζεται η τέχνη, γιατί είναι τόσο σημαντική;

«Μα αγάπες μου, η διασκέδαση και η χαρά,  δεν κρύβονται  μόνο στο παιχνίδι με τους φίλους μας ή στη παιδική χαρά μα ούτε μόνο σε ένα μπάνιο στη θάλασσα. Μπορούμε να διασκεδάσουμε να περάσουμε όμορφα αλλά και να μάθουμε καινούρια πράγματα χωρίς να χρειάζεται καν, να είμαστε μέσα σε μία τάξη… Πάμε όμως και θα μου πείτε μετά. Ας πούμε ότι είναι ένα καινούριο παιχνίδι. Παιχνίδι «εξερεύνησης και περιπέτειας!»

Τώρα που το σκέπτομαι αυτές οι δυο τελευταίες λέξεις, έκαναν το θαύμα τους…   Ποια ήταν αυτά τα τόσο σπουδαία έργα λοιπόν που τα ξέρει όλος ο κόσμος και ποιο ήταν αυτό το τόσο σημαντικό που έπρεπε να ανακαλύψουμε…

Είναι προφανές και φαντάζομαι ότι όσοι διαβάζουν αυτές τις γραμμές και έχουν μία στοιχειώδη επαφή με παιδιά θα κάνουν την ίδια σκέψη: Σε μια εποχή που τα πάντα είναι γρήγορα, εύκολα προσβάσιμα , στην εποχή της τεχνολογίας και του ψηφιακού κόσμου, στην εποχή της εικόνας, η εμπειρία των μουσείων και των εκθέσεων φαίνεται ξένη στα παιδιά.

Όχι μόνο γιατί εμείς οι ίδιοι δεν καλλιεργούμε αυτή την επιλογή αλλά και γιατί είναι δύσκολο να εξηγήσουμε σε ένα παιδί ότι το αντάλλαγμα των αυστηρών κανόνων που διέπουν και προϋποθέτουν μία τέτοια επίσκεψη, -εκεί δεν φωνάζουμε, δεν τρέχουμε, δεν μιλάμε καν δυνατά- είναι η απόλυτη  απελευθέρωση  μυαλού και ψυχής…

Έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, ανοίγεται μπροστά μας ένας νέος κόσμος εμπειριών:  μαθαίνουμε να βλέπουμε πέρα από το προφανές, καθώς το έργο κρύβει μέσα του νοήματα που ενισχύουν τη φαντασία, την κριτική σκέψη και την αντίληψη ενώ παράλληλα μας δίνεται η ευκαιρία να «ταξιδέψουμε» νοερά σε διαφορετικές εποχές και τοποθεσίες.

Τα παρακολουθούσα καθώς βάδιζαν ελεύθερα ανάμεσα στα εκθέματα. Εντυπωσιασμένα και τα δύο δε χόρταιναν να παρατηρούν και να ρωτούν. «Γιατί μαμά…» βροχή οι απορίες και τα σχόλια!

Σίγουρα στην αρχή δεν θα είναι εύκολο. Όπως σε όλα τα πράγματα έτσι και εδώ χρειάζεται προσπάθεια και εκπαίδευση, μα πάνω από όλα θέληση. Θέληση για κάτι που είναι ίσως λίγο έξω από μας, αλλά ταυτόχρονα τόσο κοντά μας. Το αποτέλεσμα, και είμαι πια σίγουρη γι αυτό,  θα μας δικαιώσει.

«Λοιπόν, πώς περάσαμε; Είχα δίκιο τελικά που σας πρότεινα αυτή τη διαφορετική βόλτα;» τα ρώτησα καθώς επιστρέφαμε στο σπίτι.

« Υπέροχα!», μου απάντησαν και τα δύο. Η κόρη μου, που είναι πιο μεγάλη, μου είπε πως της άρεσαν τα χρώματα, τα χτενίσματα στα μαλλιά των γυναικών, τα ρούχα που ήταν διαφορετικά από τα δικά μας αλλά εξίσου ωραία. Τα σπίτια, η θάλασσα και τα καράβια με τα φουσκωμένα πανιά. Τα λουλούδια στα βάζα που ήταν τόσο ζωντανά που πίστευες πως αν πας κοντά θα μπορέσεις να τα μυρίσεις.

Στο γιο μου από την άλλη, που είναι πιο μικρός, άρεσαν τα παιδιά που έπαιζαν μουσική “με εκείνα τα περίεργα όργανα” και το καράβι στη θάλασσα που έκανε «μπαμ!».

Αν λοιπόν την επόμενη φορά αναρωτηθείς αν τα παιδιά πραγματικά διασκεδάζουν στα μουσεία, η απάντηση είναι πάντα θετική. Ναι διασκεδάζουν, απλώς διαφορετικά. Τόλμησε το.