close

Η Κρητικιά που κατέκτησε την πρωτιά στο βρετανικό «Masterchef»

«Μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι» ήταν κάποιες από τις λέξεις που χάραξε στο χαρτί ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής για να περιγράψει το «υλικό» από το οποίο είναι φτιαγμένη η χώρα του ήλιου και της θάλασσας. Αν σε αυτά προσθέσει κανείς μια γεμάτη χούφτα δίψα για περιπέτεια, άφθονες κουταλιές πάθους, μπόλικο μεράκι και το πείσμα της ελληνικής ψυχής, τότε είναι σίγουρο ότι όπου κι αν βρεθεί αυτός που τα διαθέτει, δεν θα αργήσει η στιγμή που θα στεφθεί νικητής.

Όπως συνέβη και με την Ειρήνη Τζώρτζογλου, η οποία το 2019 κέρδισε την πρώτη θέση στο βρετανικό ριάλιτι μαγειρικής «Masterchef» κάνοντας τους κριτές να υποκλιθούν στο ταλέντο της και το κοινό να της χαρίσει το πιο δυνατό χειροκρότημα. Η ίδια μιλάει στο lifesharing.gr, μεταξύ άλλων, για την εμπειρία της, πώς ξεκίνησε το μαγικό ταξίδι στον κόσμο της μαγειρικής, την αναμέτρησή της με τον κορονοϊό και τα παιδικά της χρόνια στα Άνω Άκρια. Τότε που κοιμόταν έξω τη νύχτα βλέποντας τα αστέρια να πέφτουν, έτρεχε ανέμελα στους αγρούς και χαιρόταν μέχρι τον ουρανό, όταν έβρισκε την πρώτη μαύρη ρώγα στο αμπέλι…

Συνέντευξη στη Βίκυ Καλοφωτιά

Μεγαλώσατε σε ένα μικρό χωριό της Κρήτης, τα Άνω Άκρια. Τι θυμάστε εντονότερα από τα παιδικά σας χρόνια;

Εκτός από τις εμπειρίες εμβολίων που μισούσα -θυμάμαι μια φορά, σφίχτηκα τόσο πολύ  που έσπασε η βελόνα καθώς εισχωρούσε- και το κρύο που ένιωθα πολλές φορές τον χειμώνα όταν με έπαιρναν οι γονείς μου στις ελιές, μέχρι τα 8 μου χρόνια που μετακομίσαμε στην Αθήνα οι περισσότερες αναμνήσεις και εμπειρίες είχαν σχέση με τη φύση, τους αγρούς τα προϊόντα που παρήγαμε και το φαγητό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις γιαγιάδες μου και τους παππούδες μου γιατί τους συνδέω με πράγματα που με έμαθαν να αγαπώ. Ο παππούς, ο παπάς, είχε τις μέλισσες και έτσι έμαθα να αγαπώ το μέλι,  η γιαγιά Σταυρούλα έκανε τις πιο εκπληκτικές τηγανητές πατάτες. Πήρα, όμως πολλή αγάπη και φροντίδα και από άλλους συγγενείς εφόσον οι γονείς μου ήταν στους αγρούς πολλές ώρες.

Λάτρευα κάθε Μάιο να περνάω μέρες στο χωριό της γιαγιάς μου, τον Άγιο Θωμά όπου είχαν πολλές κερασιές και έκανα πώς και πώς να έλθουν οι γιορτές για να φτιάξει η μητέρα μου γλυκά. Σαν παιδί ήμουν κακόφαγο, παρ’ όλα αυτά θυμάμαι ότι το φαγητό της μητέρας μου ήταν πολύ νόστιμο. Θυμάμαι πώς είναι να κοιμάσαι έξω τη νύχτα και να βλέπεις τα αστέρια να πέφτουν, τη χαρά που έπαιρνα όταν έβρισκα την πρώτη μαύρη ρόγα στο αμπέλι που σήμαινε ότι είχε φτάσει το καλοκαίρι για τα καλά και πόσο μου άρεσε να περνάω χρόνο με μεγάλες «θείες» οι οποίες μου έφτιαχναν τα μαλλιά μου κοτσιδάκια, με έτριβαν, μου έλεγαν ιστορίες -γενικά πήρα πολλή αγάπη και θαλπωρή.

Είχατε από μικρή αυτή την αγάπη για τη μαγειρική, που σας οδήγησε μέχρι το πλατό του βρετανικού «Masterchef»;

Όχι,  δεν ήθελα ιδιαίτερα να μαγειρεύω ή να φτιάχνω πράγματα όπως κάνουν τώρα τα εγγόνια μου αλλά νομίζω ότι η ζωή μου ήταν τόσο συνδεδεμένη με το φαγητό και τη φιλοξενία -μαζεύαμε χόρτα, σαλιγκάρια, μανιτάρια, καβούρια από το ποτάμι, άγρια μούρα, σύκα συν όλα τα φρούτα και ζαρζαβατικά που οι ίδιοι φυτεύαμε- και το σπίτι μας ήταν πάντα γεμάτο κόσμο, όπως ήταν και της γιαγιάς μου της Ειρήνης, που νομίζω ότι υπήρχαν γνώσεις και αγάπη πολύ βαθιά, που απλά το «Masterchef» ξαναέφερε στην επιφάνεια.

Τα προηγούμενα χρόνια εργαζόσασταν ως τραπεζική υπάλληλος. Πώς αποφασίσατε να κάνετε μια τόσο μεγάλη επαγγελματική στροφή;  

Αρχικά η απόφαση ήταν να αφήσουμε ο σύζυγός μου και εγώ τις δουλειές μας στο χρηματοοικονομικό χώρο για να ζήσουμε ποιοτικά κάποια χρόνια και για να περνάμε χρόνο κοντά στη μητέρα μου και τους δικούς μου στην Κρήτη. Όταν, όμως άρχισα να βαριέμαι, τότε ο σύζυγός μου μού πρότεινε να κάνω αίτηση για να λάβω μέρος στο διαγωνισμό και η νίκη μου μετά έφερε όλα τα άλλα.

Ποια ήταν τα πιάτα τα οποία δημιουργήσατε στον τελικό; Ήταν εμπνευσμένα από την ελληνική κουζίνα;

Κατά τη διάρκεια όλου του διαγωνισμού,  χωρίς να μαγειρεύω πάντα ελληνικά,  προσπαθούσα να εντάσσω ελληνικά προϊόντα και γεύσεις. Στον τελικό, έφτιαξα ένα ριζότο με ψιλοκομμένο καλαμαράκι και τοματούλες που το σέρβιρα με μικρό μπαρμπουνάκι σαβόρε και έναν αφρό από μπαλσάμικο. Για κυρίως μαγείρεψα αρνίσια παϊδάκια και τα σέρβιρα σε έναν πουρέ από ξινόχοντρο με τοματούλες ψημένες στο φούρνο, αρακά και τρίμμα φέτας και για γλυκό έφτιαξα μπακλαβά με ξερά σύκα ψημένα στο κόκκινο κρασί και τον σέρβιρα με παγωτό από φύλλο συκιάς και φρέσκα σύκα ψημένα στο φούρνο με μέλι και ξύσμα πορτοκαλιού.

Τι πιστεύετε ότι έκανε τους κριτές να επιλέξουν εσάς ως νικήτρια;

Τους αρέσει πολύ να εκτίθενται σε καινούργια πράγματα και να μαθαίνουν και εκείνοι από τους διαγωνιζόμενους. Τους άρεσε πολύ που τους μιλούσα για τα προϊόντα που χρησιμοποιούσα με πολύ υπερηφάνια και αγάπη και έβλεπα ότι κάθε φορά τους μετέφερα σε μια άλλη γωνιά της Ελλάδας, σε μια άλλη γευστική εμπειρία.

Ποιο ήταν το έπαθλο;

Το έπαθλο στην Αγγλία είναι το σήμα του «Masterchef» φτιαγμένο από ατσάλι,  νομίζω.

Πώς αξιοποιήσατε τον τίτλο μετά το παιχνίδι;

Η νίκη μου έδωσε μια καλή και γερή πλατφόρμα από την οποία μπορώ να κάνω πολλά πράγματα δικά μας πιο γνωστά. Προσφέρω σχεδόν καθημερινά σε ομάδες ανθρώπων, κινήματα όπως το «slow food» -κίνημα που επιδιώκει τον επαναπροσδιορισμό των γευστικών μας συνηθειών τονίζοντας ότι όλοι έχουμε δικαίωμα στην πρόσβαση στο καλό και καθαρό φαγητό- και φιλανθρωπίες και φυσικά κλήθηκα να γράψω το βιβλίο μου για το οποίο νιώθω ευγνώμων και υπερήφανη.

Πιστεύετε ότι ανοίγουν ευκολότερα οι πόρτες για να κάνει καριέρα ένας παίκτης που συμμετείχε σε εκπομπή μαγειρικής; 

Υπάρχει τόσος ανταγωνισμός στο χώρο της μαγειρικής που σαφώς μια επιτυχημένη παρουσία σε ένα διαγωνισμό που τον βλέπουν εκατομμύρια, ανοίγει αμέσως τις  πόρτες. Ποτέ δεν θα με πλησίαζε ένας εκδοτικός οίκος με πρόταση βιβλίου αν δεν πίστευαν ότι από τα εκατομμύρια  που με είδαν δεν θα το αγόραζαν αρκετοί ώστε να αξίζει η επένδυση επάνω μου.

Θα λέγατε «ναι» για να είστε μέλος της κριτικής επιτροπής στο «Masterchef», είτε στην Ελλάδα, είτε στη Μεγάλη Βρετανία;

Στη Βρετανία καλούμαι κάθε χρόνο, όπως και άλλοι προηγούμενοι νικητές, για να κάνω κριτική.

Έρχεστε συχνά στην Ελλάδα; Τι είναι αυτό που σας λείπει περισσότερο από αυτήν;

Πριν από τον κορονοϊό και ενώ ζούσε η μητέρα μου ερχόμουν πέντε-έξι φορές το χρόνο. Μου λείπουν οι δικοί μου και οι εμπειρίες που ζω όταν είμαι στην Κρήτη, με την κάθε εποχή να δίνει ξεχωριστές χαρές.

Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θα κάνετε όταν την επισκεφθείτε ξανά;

Θα πάω στο καφενείο του χωριού μας να συναντήσω τους συγχωριανούς μου και αμέσως μετά θα πάω για περίπατο με τον John κάνοντας έναν κύκλο γύρω από το χωριό μας. Αμέσως μετά θα επισκεφθώ τη μικρή αδελφή της μητέρας μου,  τη θεία μου την Αντωνία, η οποία θα έχει ετοιμάσει τουλάχιστον 4-5 φαγητά για να μου δώσει να πάρω μαζί, αφού πρώτα φάμε παρέα και θα σταματήσω και στον αδελφό μου για να πάρω ό,τι καλό έχει φυτέψει.

Έχετε αναφέρει ότι βρεθήκατε αντιμέτωπη με τον κορονοϊό. Πώς το ξεπεράσατε; 

Τον Μάρτιο που πέρασα τον ιό, δεν γνωρίζαμε αρκετά πράγματα αλλά έτσι και αλλιώς τα νοσοκομεία μας ήταν γεμάτα και γνωρίζαμε ότι δεν υπήρχε θεραπεία. Έτσι λοιπόν ήμουν απλά στο κρεβάτι -αφού δεν μπορούσα να σηκωθώ από την αδυναμία- έπινα πολλά υγρά, βιταμίνη C και έτσι πέρασε μόνο του μετά από μερικές εβδομάδες.

Είστε συγγραφέας του βιβλίου «Under the Olive Tree: Recipes from my Greek Kitchen» («Κάτω από την ελιά: Συνταγές από την ελληνική κουζίνα μου»). Τι απήχηση είχε στους ξένους αναγνώστες; Σκοπεύετε να γράψετε και άλλο και στα ελληνικά;

Η απήχηση του βιβλίου ήταν και είναι εκπληκτική με πολύ καλές κριτικές. Αυτό που μου δίνει όμως την περισσότερη χαρά είναι όταν απλός κόσμος μαγειρεύει από το βιβλίο και μετά αναρτούν τις φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μου στέλνουν μηνύματα. Ήδη γράφω το δεύτερο βιβλίο που θα κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2022 αλλά πάλι στα αγγλικά. Η αγορά μου είναι η διεθνής αγορά και το βιβλίο μου θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά μόνο αν κάποιος ελληνικός εκδοτικός οίκος αγοράσει τα δικαιώματα και προβεί σε μετάφραση. Η ελληνική αγορά δυστυχώς είναι πολύ μικρή και γι’ αυτό τα βιβλία στην Ελλάδα είναι πολύ ακριβά!

Για ποιον διάσημο θα θέλατε να μαγειρέψετε;

Δεν με απασχολεί ιδιαίτερα η ιδέα του να μαγειρέψω για κάποιον διάσημο.  Γενικά η δημοσιότητα δεν μου κάνει κάτι. Παίρνω μεγάλη χαρά όταν πηγαίνω κάτι που μαγείρεψα στον 93χρονο γείτονά μου που δεν έχει κάποιον δικό του κοντά. Αυτό για εμένα έχει πολύ μεγαλύτερη αξία.

Δώστε μας μια απλή συνταγή για ένα θρεπτικό γεύμα εν μέσω καραντίνας.

Αγαπάω πολύ τα όσπρια και νομίζω ότι γενικά δεν τρώμε αρκετά. Μια καλή φασολάδα ή μια ζεστή σαλάτα από φακές και διάφορα λαχανικά ψημένα στο φούρνο είναι ό,τι χρειάζεται για πρωτεΐνη, ίνες, βιταμίνες, ιχνοστοιχεία, κλπ.

Ποια είναι τα επόμενα επαγγελματικά σας σχέδια; Έχετε σκεφτεί να επεκτείνετε τη δράση σας και στην πατρίδα σας;

Ακόμα και αν κάνω κάτι στην Ελλάδα θα είναι επειδή μου έχει ζητηθεί από το εξωτερικό,  κάποια τηλεοπτική σειρά, ας πούμε.  Στην Ελλάδα έχουμε πολλούς άξιους σεφ. Ο σκοπός είναι να κάνω πράγματα για την Ελλάδα στο εξωτερικό, έτσι το βλέπω τουλάχιστον. Θα ήθελα, όμως πολύ να γυρίσω λίγο με το αυτοκίνητο σε περιοχές που δεν γνωρίζω τόσο καλά για να δοκιμάσω τοπικές λιχουδιές και να πάρω έμπνευση.


Από μαθήτρια, ένα ήταν το αγαπημένο της μάθημα: η Έκθεση. Και μία η αγαπημένη της δραστηριότητα στον ελεύθερό της χρόνο: να γράφει με τις ώρες γεμίζοντας με λέξεις, άπειρες σελίδες τετραδίων. Σπούδασε Γερμανική Φιλολογία και Δημοσιογραφία, έκανε μεταπτυχιακό στα Παιδαγωγικά, πέταξε στους αιθέρες ως αεροσυνοδός, την κέρδισε όμως το αναμενόμενο: η δημοσιογραφία. Κι έτσι, το να γράφει, εντάχθηκε για τα καλά στη ζωή της. Και όπως φαίνεται, είναι μια σχέση διαρκείας. Της αρέσουν οι εκδρομές, η λογοτεχνία και η επικοινωνία με ανθρώπους από όλο τον κόσμο. Σκοπός της είναι να ταξιδεύουν παντού μέσα από την πένα της ιστορίες που εμπνέουν και κινητοποιούν.

INSTAGRAM FEED