close

Μήπως είσαι…τσιγκούνης;

 

Η τσιγκουνιά είναι μια κατάσταση παθολογική, η οποία έχει επέκταση σε όλη τη ζωή του προσώπου που πάσχει από αυτήν. Δεν έχει να κάνει με τις οικονομικές δυνατότητες κάποιου απαραιτήτως, μιας και μπορεί συχνά να παρατηρηθεί σε ανθρώπους που έχουν οικονομική ευμάρεια και δεν έχουν αντικειμενικό λόγο να είναι τόσο συγκρατημένοι με τα έξοδά τους.

Η τσιγκουνιά είναι ένα χαρακτηριστικό που υποδηλώνει χαρακτήρα ανασφαλή και ως εκ τούτου ελεγκτικό. Τσιγκούνης δεν είναι κάποιος που είναι απλά επιφυλακτικός ως προς την υπερβολική σπατάλη ή που, επειδή έχει προγραμματίσει να κάνει κάποιες επενδύσεις ή να τοποθετήσει τα χρήματά του σε κάτι που έχει επιλέξει, ως εκ τούτου φροντίζει να είναι προσεκτικός στο πώς διαχειρίζεται τις δαπάνες του. Αυτό, όλοι μας έχουμε κληθεί κάποια στιγμή να το κάνουμε και είναι απολύτως φυσιολογικό αλλά και συνετό. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ του τσιγκούνη και του ‘οικονόμου’ είναι:

 

  • ότι ο δεύτερος θα είναι προσεκτικός με τις δαπάνες του για κάποια χρονικά διαστήματα όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για να εξυπηρετήσει κάποιο πρακτικό σκοπό και
  • ο ‘οικονόμος’, έναντι του τσιγκούνη, θα συνεχίζει να είναι γενναιόδωρος με άλλους τρόπους, όπως, για παράδειγμα, με τη φιλοξενία του, το να μοιραστεί ό,τι έχει, το να προστρέξει στην ανάγκη του άλλου, το να μοιραστεί ανοιχτόκαρδα τα συναισθήματά του, το σπίτι του, τις χαρές και τις λύπες του.

Υπάρχουν δε αυτοί που τσιγκουνεύονται μόνο ως προς τη σχέση τους με τους άλλους ενόσω μπορεί για τον εαυτό τους να είναι σπάταλοι. Αυτό δείχνει περισσότερο έναν φόβο εκμετάλλευσης ή αδικίας ή μπορεί να είναι ενδεικτικό και μιας άπληστης θέσης ζωής. Σε κάθε περίπτωση, ένας τσιγκούνης άνθρωπος δεν βρίσκει ανάπαυση στη σχέση του με τους συνανθρώπους του, παρά αντλεί μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας και άρα ανάπαυσης στην σχέση του με το χρήμα ή στην σιγουριά ότι μπορεί να ελέγξει το συναίσθημά του όπως ελέγχει την τσέπη του και το περιβάλλον του.

Ο τσιγκούνης άνθρωπος δεν πιστεύει στο ότι ‘έχει ο Θεός’, αλλά στο ότι ‘έχει ο άνθρωπος’ και φέρεται με καχυποψία έναντι του περιβάλλοντός του. Αυτό βέβαια συνεπάγεται και μια σημαντικότατη απώλεια για τον ίδιο, μιας και οι διαπροσωπικές του σχέσεις υποφέρουν, γεγονός που όμως δεν στέκεται πάντα ικανό να τον αποτρέψει από την σφιχτή, ελεγκτική του συμπεριφορά και στάση.

Ο τσιγκούνης άνθρωπος δεν θέλει να μοιράζεται, αδυνατεί να βρεί τη χαρά στην απέκδυση από τον έλεγχο και τη μέριμνα για τα καθημερινά και τετριμμένα όπως και αδυνατεί να κάνει ένα άλμα εμπιστοσύνης προς τον πλησίον του και τη ζωή την ίδια και να αφεθεί στις όποιες εναλλαγές της, τις οποίες, εκ των πραγμάτων, κανείς μας δεν μπορεί να ελέγξει.

Το περιβάλλον που πλαισιώνει έναν τσιγκούνη άνθρωπο συνήθως τον χαρακτηρίζει αρνητικά και συχνά τον σχολιάζει ή τον χλευάζει γι’αυτήν του τη στάση. Ο ίδιος οχυρώνεται πίσω απ’την φαινομενική ορθότητα της απόφασής του να είναι σφικτός με τα χρήματά του, συνήθως εκφέροντας μια λίστα υποστηρικτικών επιχειρημάτων γι’αυτήν. Σπανιότερα δείχνει το κοινωνικό και διαπροσωπικό περιβάλλον ενός τσιγκούνη ανθρώπου ανοχή σε αυτόν, με αποτέλεσμα να απομονώνεται κοινωνικά και να μην χαίρει μιας πιο εγκάρδιας συσχέτισης με τους γύρω του. Η τσιγκουνιά είναι συχνά αναφερόμενη ως ένα από τα εξαιρετικά αποτρεπτικά χαρακτηριστικά για να συνάψει κανείς ερωτική σχέση και βιώνεται στενόχωρα και απειλητικά, εφόσον βέβαια, όπως προανέφερα, μολύνει όλες τις διαστάσεις της ζωής του προσώπου που την έχει.

Για να καταπολεμηθεί, η τσιγκουνιά πρέπει να βιωθεί ως πρόβλημα απ’τον ίδιο τον άνθρωπο που την έχει ως χαρακτηριστικό. Αν ο ίδιος φτάσει στο σημείο, είτε από μόνος του είτε με παρακίνηση του περιβάλλοντός του, να συνειδητοποιήσει το πόσο τον περιορίζει αυτό του το χαρακτηριστικό και πόσο τον απομονώνει συναισθηματικά, τότε θα μπορούσε να ζητήσει κάποια βοήθεια – γιατί όχι και ψυχοθεραπευτική – ώστε να διαχειριστεί αυτό του το πρόβλημα. Όσον αφορά στη στάση των γύρω, καλό είναι με ειλικρίνεια αλλά και με αγάπη να επισημαίνουν στον τσιγκούνη φίλο, συγγενή ή σύντροφό τους, την καταστρεπτική συνέπεια της εσωτερικής του στάσης και άρα της συμπεριφοράς του και να τον φέρνουν αντιμέτωπο με τις επιπτώσεις αυτής, αν θέλουν πραγματικά να τον βοηθήσουν

 


Η Έλλη Χατζηπαζαρλή είναι ψυχολόγος, απόφοιτος του UEL (UNIVERSITY OF EAST LONDON), του Τμήματος Ψυχολογίας - BSc(Hons) Psychology. Μετεκπαιδεύτηκε στα ψυχομετρικά τεστ και πιο συγκεκριμένα, στις προβολικές δοκιμασίες TAT & CAT (ThematicApperception test & Children’s Apperception Test) και στο Ιχνογράφημα παιδιών και ενηλίκων, στο κέντρο διεπιστημονικής και ερευνητικής ψυχοκοινωνικής υποστήριξης παιδιών και ενηλίκων (ΔΙΚΕΨΥ). Έπειτα, ολοκλήρωσε με επιτυχία μία ακόμη μετεκπαίδευση και ειδικεύτηκε στην κλινική αξιολόγηση ενδοοικογενειακής βίας και σεξουαλικής κακοποίησης μέσω προβολικών διαγνωστικών εργαλείων, στο κέντρο ψυχολογίας Animus Corpus. Έχει παρακολουθήσει επιπλέον σεμινάρια σχετικά με το Selfie Syndrome, Bullying in schools και άλλα. Έχει συμμετάσχει εθελοντικά ως βοηθητικό προσωπικό - ψυχολόγος, στον οίκο υπέρ ενηλίκων, "Κωστοπούλειος Στέγη" στο νομό Σερρών , και στην Ελληνική Εταιρεία Νόσου Αλτσχάιμερ, στην Θεσσαλονίκη. Στο πλαίσιο της πρακτικής της άσκησης συνεργάστηκε σε ιδιωτικό ιατρείο ψυχιατρικής στην Θεσσαλονίκη και έπειτα στις Σέρρες. Είναι μέλος του συλλόγου BPS (British psychological Society).

INSTAGRAM FEED